Θέλουν οι άνδρες να κάνουν οι γυναίκες το πρώτο βήμα;

Θέλουν οι άνδρες να κάνουν οι γυναίκες το πρώτο βήμα;

Θέλουν οι άνδρες να κάνουν οι γυναίκες το πρώτο βήμα;

Ένας άνδρας συμβουλεύει:

080b4dffeeea98952b99d2915da0b69c_XL

Ήταν μία από αυτές τις βραδιές που δεν τις λες ούτε «καλές» ούτε «κακές». Και που το επίθετο που καλείσαι να διαλέξεις έχει να κάνει με όσα προηγήθηκαν στο γραφείο. Λάθη, καθυστερήσεις, καβγάδες δεν είχαμε όλη μέρα αλλά τα νεύρα -λόγω deadlines- ήταν στην τσίτα και αυτό από μόνο του σε φθείρει ψυχολογικά. Το εστιατόριο είχε φτιάξει το αγαπημένο μου φαγητό αλλά στο τραπέζι μού «φορτώθηκαν» δύο συνάδελφοι που ήθελαν να συζητήσουν για μπάλα.

Και το πιο σημαντικό στοιχείο της αδυναμίας να αποφασίσω μεταξύ «καλού» και «κακού»; Ήταν καλοκαίρι, Παρασκευή, μια πανέμορφη βραδιά αλλά είχε πάει ήδη δέκα, δεν είχα κανονίσει τίποτα και ήμουν τόσο, μα τόσο κομμάτια. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάποια μορφή διασκέδασης που θα άντεχα και μόνο μία περνούσε από το μυαλό μου: να εμφανιζόταν μια αιθέρια ύπαρξη στο σπίτι μου και ό,τι ήθελε προκύψει. Που θα ήθελε. Και θα προέκυπτε. Η εναλλακτική μου ήταν να παραγγείλω κινέζικο και να δω ξανά το πρώτο Ιντιάνα Τζόουνς, που το είχα δει 122 φορές, οπότε δεν θα με πείραζε και να με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ.

ΥΠΟΘΕΣΗ Νο 1: Η ΓΕΩΡΓΙΑ

Κι εκεί που έτεινα να αποφασίσω ότι ήταν μια μάλλον «καλή» βραδιά (γιατί, αντικειμενικά, πόσο κακή μπορεί να είναι όταν θα έκλεινε με satay sticks κοτόπουλου και τον Ίντι;), χτυπάει το τηλέφωνο. «Είμαι η Γεωργία». Μου πήρε τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα να θυμηθώ ποια είναι, επειδή η ζαλάδα της υπερκορεσμένης ημέρας (και μισής νύχτας) στη δουλειά ήταν, όπως καταλαβαίνετε, μεγάλη. Η πρώτη σκέψη ήταν να το κλείσω. Η δεύτερη να καταλάβω ποια Γεωργία ήταν και να δω αν μου έκανε κούκου.

Μου έκανε. Δεν ήταν καμιά θεά, είχε ωραίο σώμα, από φάτσα ήταν μέτρια και δεν διέθετε τίποτε άλλο που να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Αλλά δεν είμαι και πολύ επιλεκτικός όταν υπάρχει έστω και ένα στοιχείο που να μου επιτρέπει να αποφασίσω πως «ναι». Και στο πρωταρχικό, προαιώνιο, κυρίαρχο εσωτερικό ερώτημα ενός άνδρα με το που βλέπει μια γυναίκα η απάντηση μπορεί να είναι μόνο «ναι» ή μόνο «όχι». Το θέμα ήταν ότι έπρεπε να συνέλθω και να σβήσω τη φαντασίωση από το νου μου, τουλάχιστον για λίγο. Γιατί η Γεωργία ήταν συνάδελφος και, προφανώς, με έπαιρνε τηλέφωνο για να μου χαλάσει την υπέροχη κατάληξη βραδιάς με κινέζικο και Ιντιάνα και να με γυρίσει πίσω στο γραφείο για κάτι πολύ κακό που έσκασε ξαφνικά.

«Σε ενοχλώ; Σε πήρα τηλέφωνο μήπως ήθελες να κάνουμε παρέα απόψε. Θες να πάμε για ποτό;» Ουπς! Μα φυσικά, πόσο λάθος πρώτη εκτίμηση είχα κάνει… Η Γεωργία ναι μεν ήταν συνάδελφος αλλά από το λογιστήριο. Αυτές σχολούσαν στις έξι. Όμως και να μη σχολούσαν καμία σχέση δεν θα μπορούσαν να έχουν με τα δικά μου deadlines εκείνη την εβδομάδα. Επίσης, δεν της είχα δώσει ποτέ το κινητό μου και δεν είχε κάποιο σοβαρό λόγο να το έχει ζητήσει από τη γραμματεία -αλλά το είχε κάνει προφανώς. Ακόμα πιο επίσης, θυμάμαι αμυδρά ότι σε μία από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού συζητήσεις μας στους διαδρόμους του γραφείου -μπορεί να ήταν και στο ασανσέρ- είχαμε βγει γείτονες. Και τέλος, εκείνο το μεσημέρι η Γεωργία είχε καθήσει στο απέναντι τραπέζι μαζί με κάποια άλλα κορίτσια από το λογιστήριο και με κοιτούσε. Δεν είχα δώσει σημασία αλλά τώρα όλα συνδέονταν στο παζλ, α λα Κομπαγιάσι στους Συνήθεις υπόπτους, και το συμπέρασμα ήταν ένα: η Γεωργία ήθελε να ξαπλώσει απόψε στο κρεβάτι μου.

Μουρμούρισα κάτι βλακείες παίρνοντας το πιο ευγενικό ύφος απ’ όσα διαθέτω στην γκαλερί «συζητήσεις στο κινητό» και την έκλεισα με συνοπτικές διαδικασίες. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω το γιατί αφού πρώτα διηγηθώ άλλη μία ιστορία.