Υψηλά τριγλυκερίδια: Η σοβαρή επίπτωση πλην των κινδύνων για την καρδιά

Υψηλά τριγλυκερίδια: Η σοβαρή επίπτωση πλην των κινδύνων για την καρδιά

Υψηλά τριγλυκερίδια: Η σοβαρή επίπτωση πλην των κινδύνων για την καρδιά

Όπως συμβαίνει με την υψηλή χοληστερόλη, τα υψηλά τριγλυκερίδια μπορεί να οδηγήσουν σε βουλωμένες αρτηρίες, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιακής ανακοπής ή εγκεφαλικού.

Εκτός από τους κινδύνους για την καρδιά όμως, οι υψηλές τιμές των συγκεκριμένων λιπιδίων μπορεί να βλάψουν σοβαρά το πάγκρεας.

Δανοί επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης παρακολούθησαν επί επτά χρόνια την πορεία της υγείας 116.550 ανδρών και γυναικών, ηλικίας 47-66 ετών, καταγράφοντας τα κρούσματα οξείας παγκρεατίτιδας μεταξύ τους, καθώς και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων τους.

Όπως διαπίστωσαν, ο κίνδυνος οξείας παγκρεατίτιδας αυξανόταν σημαντικά ανάλογα με το ύψος των τριγλυκεριδίων.

pancreas 2

Οι εθελοντές με επίπεδα τριγλυκεριδίων από 177 έως 265 mg/dl είχαν διπλάσιες πιθανότητες να εκδηλώσουν οξεία παγκρεατίτιδα και όσοι είχαν τριγλυκερίδια 266-355 mg/dl είχαν τριπλάσιες πιθανότητες, σε σύγκριση με όσους είχαν φυσιολογικά επίπεδα τριγλυκεριδίων.

Οι υψηλότερες τιμές των λιπιδίων συνοδεύονταν από ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο, με τις τιμές άνω των 443 mg/dl να οδηγούν σε σχεδόν οκταπλασιασμό των πιθανοτήτων εκδήλωσης οξείας παγκρεατίτιδας.

Οι συσχετίσεις αυτές παρέμειναν ισχυρές όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη και άλλους παράγοντες κινδύνου για παγκρεατίτιδα, όπως το φύλο, η ηλικία, η κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα, το σωματικό βάρος κ.λπ.

Τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων θεωρούνται φυσιολογικά όταν είναι κάτω από 150 mg/dl.

Η οξεία παγκρεατίτιδα είναι φλεγμονή στο πάγκρεας που συχνά εκδηλώνεται αιφνιδίως και μπορεί να απειλήσει τη ζωή.

Παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι ο κίνδυνος παγκρεατίτιδας αυξάνεται όταν τα τριγλυκερίδια υπερβαίνουν τα 1.000 mg/dl, τα νέα ευρήματα όμως υποδηλώνουν ότι ακόμα και με «ήπια έως μέτρια υπερτριγλυκεριδαιμία» (δηλαδή με τριγλυκερίδια πάνω από 177 mg/dl) μπορεί να υπάρξει πρόβλημα.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «JAMA Internal Medicine».