Ο πιο περίεργος λόγος που έχουμε χωρίσει!!!

Δύσκολο πράγμα οι χωρισμοί, άλλοι περνάνε όλα τα βήματα της θλίψης (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή) σε μια ώρα, άλλοι δεν αντιδρούν και εξαφανίζονται, άλλοι πάλι σου λένε ”εγώ δεν θέλω να σε χωρίσω ΑΡΑ δεν χωρίζουμε” (φανταστικό επιχείρημα, που έχει όντως ακουστεί σε χωρισμό!), γενικά επικρατεί μια σύγχυση πάνω σε αυτό το κομμάτι.

Έχουμε ακούσει/ ζήσει πολλές ιστορίες χωρισμού, ωστόσο αυτές που μένουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη μας είναι αυτές που είχαν τις πιο περίεργες/ κουλές/ αστείες δικαιολογίες που έχουν ειπωθεί ποτέ. Παρακάτω θα διαβάσεις μερικές τέτοιες περιπτώσεις, που ενδεχομένως θα σε κάνουν να γελάσεις και θα σου θυμίσουν αντίστοιχες δικές σου.

Περίπτωση #1

Το θυμάμαι σαν και τώρα. Πίναμε καφέ, ένα πρωί, στην παραλία της Γλυφάδας, οι δυο μας. Πιάσαμε μια συζήτηση για τη Θάτσερ. Δεν θυμάμαι το θέμα της. Μπορεί να ήταν πολιτική, μπορεί να ήταν και για ποδόσφαιρο. Ο τύπος λοιπόν, υποστήριξε ότι η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν η Μαργαρίτα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Αλήθεια, πήγα να τον προστατέψω λέγοντάς του “αγάπη μου, τι είναι αυτά που λες; Ήσουν μικρός και τα έχεις μπερδέψει” (δεν είχε smartphone τότε, έμενες με την απορία μέχρι να πας σπίτι σου). Επέμεινε πάρα πολύ, σε σημείο που μέσα μου ήδη χώριζα.

Το αποκορύφωμα ήταν ότι επιμένοντας μου είπε ότι θα πάρει τον φίλο του τον Νίκο, να μου το πει και εκείνος. Λέω μέσα μου “εντάξει, θα συνέλθουμε. Θα του το πει και κάποιος άλλος”. Ο Νίκος παιδιά, τον επιβεβαίωσε. Η Μαργαρίτα του Ανδρέα, ήταν η Θάτσερ. Και η ζωή αυτή, δεν ήταν για εμένα. Χώρισα με κάποιο σαδισμό, 2-3 μέρες μετά.

Περίπτωση #2

Νομίζω έχω ξαναγράψει γι’αυτήν την ιστορία, αλλά να, είναι από αυτές που σε βάζουν οι φίλοι σου να επαναλαμβάνεις για να γελάνε. Τρίτη γυμνασίου, είχα χωρίσει από το αγορι που τα είχαμε σε όλο το γυμνάσιο, πλήγμα λοιπόν. Αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα και να “τα φτιαξω” με έναν άλλον συμμαθητή μου, τονίζοντας του όμως ότι έχω βγει από μεγάλη σχέση (ειδικά για τότε φάνταζε αιώνας), οπότε ήθελα να το πάμε χαλαρά.

Συμφώνησε, παρότι έδειχνε πολύ πιο ενθουσιασμό από εμένα για την όλη κατασταση και για 5 μέρες όλα κυλούσαν ήρεμα. Μέχρι που με πιάνουν οι φίλες μου και μου λένε να του πω να σηκώσει το μανίκι του. Νταν νταν νταν! Τι είχε κανει; Είχε χάραξει στο μπράτσο του με…μαχαίρι τα αρχικά μας, δεν θυμάμαι αν τα είχε βάλει και σε καρδούλα. “Αυτό ήταν το χαλαρό;” του λέω έντρομη και τον χωρίζω την επομένη. Όχι πες μου, εσύ τι θα έκανες;;

Περίπτωση #3

Για μένα δεν είναι καθόλου αστείος ο λόγος, ωστόσο πολλοί φίλοι μου έτσι τον αντιμετώπισαν. “Τι εννοείς θα πιεις κοκακόλα; Παίρνεις αντιβίωση;”, “Όχι, γενικά δεν μου αρέσει να πίνω”. “Καλά, ούτε εμένα μου αρέσει να γίνομαι ντέφι, αλλά δυο κρασιά θα τα πιω”. Περνάει μια μέρα. “Τι καφέ θέλεις;”, “Δεν πίνω καφέ”, “Θέλεις ένα τσάι;”, “Πίνω μόνο τσάι μέντας”. Περνάει μια ακόμα μέρα. “Γλυκό να σου βάλω;”, “Δεν τρώω γλυκά”, “Ποτέ;”, “Καμιά φορά θα φάω λίγο μέλι στις φρυγανιές. Την επόμενη μέρα: “Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;”, “Το μπασμάτι”, “Με τι;”, “Μόνο του”. Μόνο του. Το μπασμάτι, μόνο του, ορφανό, χωρίς παρέα.

Δεν πίνεις αλκοόλ, δεν πίνεις καφέ, δεν πίνεις πράσινο ή μαύρο τσάι, δεν τρως ζάχαρη και το αγαπημένο σου φαΐ είναι το σκέτο ρύζι. Κλείσ’ τον, ρε Τάκη, που θα ασχοληθώ με άνθρωπο με τον οποίο δεν μπορώ να βάλω κάτω το παστίτσιο να του αλλάξω τα φώτα.

Περίπτωση #4

Θα στο κάνω εικόνα, για να σε βοηθήσω να καταλάβεις τη ψυχολογία του… αθλητή. Γεμίζεις μια κατσαρόλα με νεράκι στη φωτιά. Πας βόλτα το σκύλο, για ψώνια στο supermarket (ξέρεις, τα απαραίτητα -από αυτά που στην έξοδο είσαι φορτωμένος σαν το γαϊδούρι), πίνεις και ένα γρήγορο καφέ και επιστρέφεις σπίτι, για να διαπιστώσεις πως όχι μόνο δεν υπάρχει νεράκι στο καζάνι, αλλά κάπου έχει εκτοξευθεί το καπάκι, έπειτα από γκελ στο ταβάνι -που έχει αφήσει το σημάδι του.

Αυτή είναι, πάνω κάτω, η ιστορία μου με τους χωρισμούς. Για αυτό δυσκολεύτηκα να βρω τον best of διάλογο, πριν καταλήξω στον εξής. “Τραβιόμουν” για μήνες με τον Πάνο (καλά να είναι, όπου είναι), αλλά εκείνος επέμενε πως δεν έχουμε σχέση, μολονότι στην ουσία ζούσαμε μαζί -χωρίζαμε μόνο τις ώρες της δουλειάς. Κάποια στιγμή ομολογώ πως κουράστηκα από τον παραλογισμό και του ανακοίνωσα δια τηλεφώνου πως “εφόσον δεν θες σχέση, δεν θα ιδωθούμε ξανά”. Έναν αιφνιδιασμό πρέπει να τον αισθάνθηκε, αν κρίνω από τα δευτερόλεπτα της σιωπής που ακολούθησαν, πριν πει μια από τις μεγαλύτερες ατάκες που έχω ακούσει ποτέ από σύντροφο μου. “Δεν μπορείς να μου απαγορεύσεις να σε βλέπω” μου απάντησε, πριν ζήσω εγώ τον αιφνιδιασμό (του τύπου “τι εννοεί ο καλλιτέχνης σε αυτόν τον στίχο;”) και αντεπιτεθώ με το “τι είμαι, άνθρωπε μου; Έκθεμα σε μουσείο; Μπορώ και παραμπορώ”!

Ακολούθως, προέβην σε in your face κλείσιμο του τηλεφώνου και έξοδο με φίλες σε κλαμπ -όπου ήλθε να με βρει, αποδεικνύοντας πως μάλλον εννοούσε αυτό το “δεν μπορείς να μου απαγορεύσεις να σε βλέπω”. Παρεμπιπτόντως, είχε αλλάξει και άποψη. Ήθελε σχέση. Πώς σου φάνηκε;

Περίπτωση #5

Ήταν σχέση ριμπάουντ οπότε είχε ούτως ή άλλως ημερομηνία λήξης. Απλά μέσα σε ένα φθινοπωρινό πρωινό του 2008 αποφάσισα να πάρω μαρκαδοράκι και να μουτζουρώσω μια δική μου ημερομηνία, πιο κοντινή. Πάω να την πάρω από το σπίτι της με το αυτοκίνητο. Ανοίγοντας το στερεοφωνικό όσο περίμενα να κατέβει παίζει ένα CD του Μάλαμα που είχα μέσα. Βάζω ραδιόφωνο γιατί αποφασίζω κάτι ανάμεσα στο “είναι βαρύ για εκείνη” και το “αυτά θέλω να τα ακούω μόνος μου για την πάρτη μου”.

Βάζω κάτι αδιάφορο στο ραδιόφωνο. Μετά από λίγη ώρα και όσο βρισκόμαστε κοντά στις τρύπες του Καραμανλή, αποφασίζω να συζητήσουμε λίγο για την τότε άνοδο Τσίπρα και πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση στη χώρα. Νομίζω άντεξε δύο με τρία λεπτά σιωπηλή. Φώναξε ένα “ωχου μωρέ με την πολιτική και τις βλακείες” και δυνάμωσε στο τέρμα τον ήχο στα ραδιόφωνο που ήταν χαμηλωμένο. Έπαιζε το “άσε με μια νύχτα μόνο” του Πάνου Κιάμου. Την άφησα μια νύχτα. Μόνο.

Περίπτωση #6

Αυτή η ιστορία έχει τίτλο “Το Χαλασμένο Τηλέφωνο”.

Στην πρώτη γυμνασίου αγαπούσα τον Αντώνη. Αντώνης κλασική περίπτωση από κείνες που μεγαλώνοντας βλέπεις στο δρόμο και σκύβεις πίσω από τους κάδους των απορριμάτων. Ένα πολύ βλαμένο παιδάκι κι ακόμα πιο βλαμένος ενήλικας (γι’ αυτό ίσως πρέπει ν’ αλλάξουμε το όνομα, βάλ’τον Κώστα, εγώ θα συνεχίσω να τον λέω Αντώνη). Κάποια στιγμή γίνεται η καλή με τον Αντώνη, τα φτιάχνουμε, πεταλουδίτσες, κοπάνες στην πλατεία, βόλτα δικάβαλο με το bmx- εγώ σαν την Eleven στο Stranger Things με μαλλιά και πιο καμαρωτή- καρδούλες καρδούλες καρδούλες.

Ένα Κυριακάτικο πρωί (ΑΧ), καπάκια από πάρτι γενεθλίων μιας συμμαθήτριας,  τα ‘χαμε δεν τα ‘χαμε 3 βδομάδες, χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι και από το ακουστικό πετιέται ο Νίκος Βουρλιώτης επί εποχής τίμιων Goin’ Through, πολύ πριν γίνει NiVo να φτύνει τις ακόλουθες ρίμες (περνάγαμε χομπόι φάση τότε στο σχολείο)

Σβήσε μου το φως, κλείδωσε τη πόρτα. Άσε με μονάχο μου, όπως ήμουν πρώτα. Μέσα στο δωμάτιο παρέα με τις τύψεις,  άκου τη φωνή μου μα ποτέ μην υποκύψεις. Μίσησε με ακόμα πιο πολύ και μη σε νοιάζει, μη κοιτάς το παρελθόν, μη ρωτάς με τι σου μοιάζει. Ξέχασέ τα όλα, μη γυρίζεις πίσω, σβήσε απ’ τη μνήμη σου, όσα σου θυμίζω. Φύγε μακριά, δεν αξίζει να επιμένεις, δε θα ακολουθήσω όσο κι αν με περιμένεις. Τώρα, ήρθ’ η ώρα, να αποχωρήσω, να χαθώ ένα βράδυ και να μη ξαναγυρίσω. Κι όμως, νιώθω ένα βλέμμα σαν παρέα στο σκοτάδι, νιώθω πως δεν είμαι μοναχός μου αυτό το βράδυ. Τα φώτα έχουν πάνω μου στραφεί, νιώθω όπως ένιωθα στην πρώτη επαφή. Η πρώτη επαφή, η πιο κρίσιμη στιγμή δεν αλλάζει ούτε ξεχνιέται, μένει πάντα ζωντανή

Λοιπόν εγώ απ’ όλο αυτό, κράτησα μόνο το ρεφρέν. Ο Αντωνάκης στη μία γραμμή του τηλεφώνου με χώριζε (με μερακλίδικο τρόπο αν μη τι άλλο) κι εγώ στην άλλη νόμιζα ότι μου έκανε ερωτική εξομολόγηση. Είχα απορήσει λιγάκι βέβαια που προηγήθηκαν τόσοι επιθετικοί στίχοι μέχρι να μου πει ότι “δεν αλλάζω δεν ξεχνιέμαι μένω πάντα ζωντανή” αλλά είπα OK, του κλώτσησε το cd και μπήκε το τραγούδι νωρίτερα. Όπως καταλαβαίνετε την επόμενη μέρα στο σχολείο εκτυλίχθηκαν σκηνές βγαλμένες από την κόλαση. Κι αυτό είναι ό,τι πιο φαν μου ‘χει συμβεί ποτέ σε χωρισμό.

Περίπτωση #7

Εμένα μια φορά με χώρισε ένας στη β΄ λυκείου γιατί “Ήμουν πολύ ΠΑΣΟΚ”.

(ξεκάθαρα η καλύτερη απάντηση)